
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα "νησί" όπου ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη, ο Πλούτος, η Αλαζονεία και "άλλοι". Μία μέρα έμαθαν ότι το νησί θα βούλιαζε και όλοι πήγαν στις "βάρκες" τους και άρχισαν να φεύγουν. Η ΑΓΑΠΗ ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να είναι εκεί μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βουλιάζει η ΑΓΑΠΗ ζήτησε βοήθεια. Βλέπει τον Πλούτο και του λέει:
-Μπορείς να με πάρεις μαζί σου?
-Όχι, δεν μπορώ! ΄Έχω χρυσάφι και ασήμι στη βάρκα μου και δεν έχω χώρο! Δίπλα περνούσε η Αλαζονεία.
-Σε παρακαλώ, βοήθησέ με! της είπε η ΑΓΑΠΗ.
-Δεν μπορώ, είσαι βρεγμένη και θα μου λερώσεις την όμορφη βάρκα μου!
Τελευταία πέρασε η Ευτυχία. Αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε άκουσε την ΑΓΑΠΗ να ζητάει βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκε μία φωνή από έναν ηλικιωμένο κύριο που η ΑΓΑΠΗ δεν γνώριζε:
-Έλα εδώ, θα σε πάρω εγώ μαζί μου. της είπε.
Όταν έφτασαν στη στεριά ο κύριος έφυγε βιαστικά και η ΑΓΑΠΗ δεν πρόλαβε να τον ευχαριστήσει.
-Γνώση, ποιος με βοήθησε? ρώτησε η ΑΓΑΠΗ.
-Ο Χρόνος! της απάντησε η Γνώση.
-Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος? ξαναρώτησε η ΑΓΑΠΗ.
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και της είπε:
-Μόνο ο Χρόνος, μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει στη ζωή η ΑΓΑΠΗ!